Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Μας βγάζουν πτωχευμένους στις αγορές για ψηφοθηρικούς λόγους

Του Βασίλη Γεώργα

Η Ελλάδα ζει αυτές τις μέρες μια ριψοκίνδυνη προμνησία της περιόδου Σαμαρά. Για να ποτίσει τη γλάστρα του δικού της success story και να δικαιολογήσει τη μνημονιακή κυβίστηση, η σημερινή κυβέρνηση Τσίπρα επιχειρεί να εξωθήσει εκών άκων τη χώρα στις αγορές χωρίς εντούτοις να έχει διασφαλίσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για χαμηλότοκο και επαναλαμβανόμενο δανεισμό. Κάποιες πληροφορίες λένε ότι στις αρχές της επόμενης εβδομάδας και αφού εξοφληθεί πλήρως το τριετές ομόλογο των 2 δισ. ευρώ που λήγει την προσεχή Δευτέρα 17 Ιουλίου, ο ΟΔΔΗΧ θα προχωρήσει σε έκδοση νέου 5ετούς ομολόγου μέσω του οποίου θα αναχρηματοδοτήσει μέρος του ομολόγου λήξης του 2019 (4 δισ. ευρω) και θα αντλήσει επιπλέον κεφάλαια από επενδυτές. Αν πράγματι επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι η έκδοση θα καλυφθεί καθώς θεωρείται πως είναι πλήρως «ελεγχόμενη». Το πραγματικό στοίχημα, όμως,  θα αρχίσει να τρέχει από εκεί και μετά.


Στον σχεδιασμό αυτό για «έξοδο στις αγορές», η κυβέρνηση συνεπικουρείται από τις Σειρήνες των πιστωτών που από τη δική τους πλευρά έχουν κάθε λόγο στην προεκλογική συγκυρία της Γερμανίας, να εμφανίσουν ως επιτυχημένο το τρίτο μνημόνιο και να δείξουν στους ψηφοφόρους τους ότι η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί νέα δάνεια το 2018. Εκ πρώτης όψεως ζούμε μια παράλογη βιασύνη από όλες τις πλευρές, που εδράζεται κατά βάση σε κριτήρια δημιουργίας βραχυπρόθεσμων πολιτικών εντυπώσεων, υποκρύπτει ψηφοθηρικές σκοπιμότητες, και τελικά οδηγεί σε επιβάρυνση του κόστους εξυπηρέτησης του Δημόσιου χρέους.

Τα επιτόκια δανεισμού σήμερα είναι πάνω - κάτω το ίδιο ακριβά με εκείνα προ τριών ετών, ενώ η χώρα θεωρείται με τη βούλα του ΔΝΤ ότι παραμένει πτωχευμένη, χωρίς  «βιώσιμο χρέος». Υπό το πρίσμα αυτό, ενώ στο πολιτικό της σκέλος η «έξοδος στις αγορές» θα είναι μια πανηγυρική εξέλιξη, σε ότι αφορά τον οικονομικό της αντίκτυπο θα επιδεινώσει αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του χρέους και ενδεχομένως στη συνέχεια θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρότερες επιπλοκές, εφόσον αποδειχθεί μια βεβιασμένη κίνηση που δεν θα συνοδευτεί από ραγδαία αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού.

Κόστος 1,2 δισ. ευρώ

Οι δύο προηγούμενες δοκιμαστικές έξοδοι στις αγορές το 2014 (το 3ετές με επιτόκιο 3,5% που λήγει φέτος τον Ιούλιο και το 5ετές με επιτόκιο 4,95% που λήγει το 2019 και πρόκειται να αντικατασταθεί με νέο) θα μας κοστίσουν περίπου 900 εκατ. ευρώ σε τόκους ως τη λήξη τους. Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επαναλάβει με ακρίβεια μοιρογνωμονίου τις ίδιες κινήσεις έχοντας πλήρη συνείδηση ότι μια γενναία έκδοση λ.χ 4-5 δισεκατομμυρίων ευρώ, 5ετούς διάρκειας με επιτόκιο λίγο κάτω από 5%, θα επιβαρύνει το ελληνικό χρέους με πρόσθετους τόκους 250 εκατ. ευρώ ετησίως προσθέτοντας συνολικά βάρη 1,2 δισ. ευρώ ως το 2022.

Το θέμα δεν είναι αν με τον απευθείας δανεισμό από τις αγορές το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα αυξηθεί. Αυτό είναι δεδομένο γιατί η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να επιτύχει ακόμη προνομιακά επιτόκια της τάξης του 1,8%-1,9% με τα οποία κατά μέσο όρο καλύπτει σήμερα τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μέσω των επίσημων πιστωτών της. Το ερώτημα είναι πόσο θα αυξηθεί και για πόσο καιρό θα επιβαρύνεται  η χώρα με δεδομένα τα υψηλά επιτόκια και τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αρκεί να σημειωθεί ότι η Πορτογαλία δανείζεται από τις αγορές με επιτόκιο 3,5% όταν τα νέα δάνεια του ESM εκταμιεύονται προς την Ελλάδα με κόστος 0,85%.

Το 2019, πρώτο έτος θεωρητικά χωρίς πρόγραμμα χρηματοδότησης, οι ανάγκες της χώρας σε δανεισμό ξεπερνούν τα 12 δισ. ευρώ μόνο για να εξοφληθούν χρεολύσια προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και ιδιώτες επενδυτές, ενώ σε αυτά πρέπει να προστεθούν τόκοι επιπλέον 7 δισ. ευρώ οι οποίοι θεωρητικά θα εξοφληθούν κατά μεγάλο μέρος τους μέσω των πρωτογενών πλεονασμάτων. Η χώρα θα πρέπει να δανειστεί, όμως περίπου το 7% του ΑΕΠ της με όρους πολύ πιο επώδυνους των σημερινών και να επωμιστεί με τόκους που ετησίως θα κοστίζουν όσο η περιβόητη 13η σύνταξη που δόθηκε άπαξ το 2016. Αν αυτό γίνεται συστηματικά λ.χ για τα επόμενα πέντε χρόνια στη διάρκεια των οποίων η χώρα θα πρέπει να εξοφλήσει-αναχρηματοδοτήσει χρεολύσια άνω των 40 δισ. ευρώ με υψηλότερα επιτόκια και χωρίς ενδιάμεση ρύθμιση χρέους, μπορεί κανείς να αντιληφθεί το ρίσκο εκτροχιασμού στην εξυπηρέτηση του χρέους.

Το σημαντικότερο ερώτημα όμως είναι αν έχει πράγματι λόγο και συμφέρον η Ελλάδα να βγει στις αγορές.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι έτσι θα βάλει τέλος στην επιτροπεία της Ελλάδας, συνιστά ένα μεγάλο ψέμα. Είτε μέσω των προληπτικών πιστωτικών γραμμών, είτε μέσω των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για τα οποία η χρόνια έχει δεσμευτεί, η παρακολούθηση του «δημοσιονομικού χώρου» θα είναι αυστηρή και διαρκής για πολλά χρόνια ακόμη. Συνεπώς στο επίπεδο αυτό δεν υπάρχει ορατό όφελος, παρά μια επικοινωνιακή φούσκα. Τη θέση αυτή συμμερίζεται ένας σεβαστός αριθμός κυβερνητικών στελεχών που στέκονται επιφυλακτικά απέναντι στους βεβιασμένους σχεδιασμούς του Μαξίμου και εισηγούνται προσεκτικότερα βήματα με ορίζοντα το τέλος της 3ης αξιολόγησης.

Οι τραπεζίτες

Αντίθετα ορισμένοι τραπεζίτες έχουν διαφορετική άποψη και πιέζουν τον Πρωθυπουργό να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Ένα μέρος της έκδοσης ομολόγων θα καλυφθεί από τις τράπεζες οι οποίες έχουν κάθε συμφέρον να τα αγοράσουν. Οι ίδιες μπορούν να δανειστούν με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και να αποκτήσουν κρατικά ομόλογα που θα τους αποφέρουν τόκους άνω του 4,5%, τα οποία στη συνέχεια θα τα δίνουν ως εγγύηση ρευστότητας στην ΕΚΤ ή θα μπορούν να τα πουλήσουν εύκολα αν στο μέλλον η Ελλάδα ενταχθεί στην ποσοτική χαλάρωση.

Το 4ο Μνημόνιο

Η καθυστέρηση από την άλλη δεν απαντά στο ερώτημα για το τι πρέπει να γίνει εφόσον τελειώνει το πρόγραμμα τον Αύγουστου του 2018 και η Ελλάδα θα πρέπει να βγει ούτως ή άλλως στις αγορές. Οι απαντήσεις στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούν να είναι μονολεκτικές.

Σύμφωνα με την άποψη στελεχών που παρακολουθούν στενά το θέμα, η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να κατευθύνει τη στρατηγική της στην ουσιαστική ανάκτηση της αξιοπιστίας των αγορών υλοποιώντας τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευτεί,  ώστε η έξοδος στις αγορές με χαμηλά επιτόκια να αποτελέσει μια φυσική και ομαλή εξέλιξη. Θα ήταν σκόπιμο επίσης, να ολοκληρώσει έγκαιρα τις επόμενες αξιολογήσεις όχι μόνο για να στείλει μήνυμα εμπιστοσύνης στους επενδυτές, αλλά  για να εκμεταλλευτεί την υπερεπάρκεια κεφαλαίων από το τρίτο πρόγραμμα από το οποίο έχει αντλήσει περί τα 40 δισ. ευρώ, δανειζόμενη χρήματα με χαμηλό επιτόκιο από τον ESM. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει το Δημόσιο να δημιουργήσει κεφαλαιακό μαξιλάρι και να αντικαθιστά σταδιακά το χρέος που θα λήγει τα επόμενα χρόνια με φτηνότερα δανεικά.

Υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική, πολιτικά «αχώνευτη», αλλά οικονομικά πιο συμφέρουσα, την οποία προκρίνουν αρκετοί διεθνείς οικονομολόγοι.  Να διαπραγματευτεί αυτή ή μια επόμενη κυβέρνηση την επιμήκυνση του τρίτου μνημονίου ή την υπογραφή ενός τέταρτου προγράμματος μέσω του οποίου η χώρα θα είναι σε θέση να αντλεί φτηνά κεφάλαια από τον ESM κρατώντας το κόστος εξυπηρέτησης χαμηλά έως ότου επιτευχθούν με αντικειμενικούς όρους χαμηλά επιτόκια στις αγορές. Είναι μια πρόταση που την έχει παρουσιάσει ήδη ο οικονομολόγος του Ινστιτούτου Peterson, Jeromin Zettelmeyer, αλλά την υιοθετούν χωρίς να το παραδέχονται δημόσια και πολλοί Έλληνες οικονομολόγοι και πολιτικά πρόσωπα.

Ένα τέταρτο πρόγραμμα χρηματοδότησης, όμως, είναι μια πρόταση που ακόμη και αν έχει οικονομική λογική, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αυτή τη στιγμή από καμία πλευρά του πολιτικού φάσματος. Ίσως να είναι η λύση που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα δούμε να εφαρμόζεται την επόμενη χρονιά μπροστά στις αντικειμενικές δυσκολίες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους μετά το 2019. Προς το παρόν μπορούμε να αισιοδοξούμε, όμως, ότι ετοιμαζόμαστε να βγούμε στις αγορές.
ΠΗΓΗ
---------------------------
===============================

Έξοδος στις αγορές. (ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ)


Ίσως ο μοναδικός τρόπος για να απαντηθούν τα ερωτήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες του χρόνου εξόδου της Ελλάδος , στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εκτός των θεωρητικών προσεγγίσεων , είναι η σύγκριση με περιπτώσεις χωρών οι οποίες αναλογικά ευρίσκονται στο ίδιο οικονομικό και πολιτικό -κοινωνικό  περιβάλλον με την χώρα μας. Βεβαίως  με την επιφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων και ιδιομορφιών κάθε χώρας αλλά και το momentum  της κατάστασης στην οποία ευρίσκονται τόσο οι χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και ο ειδικός χώρος στον οποίο ανήκει η χώρα.
Νομίζω ότι η περίπτωση της εξόδου της Πορτογαλίας συνάδει αρκετά καλά με τη δικιά μας περίπτωση , με την γενική παρατήρηση ότι οι ιδιομορφίες της ελληνικής περίπτωσης θα επιβαρύνουν κατά τι τις μελλοντικές εξελίξεις [ πολιτικό σύστημα, μικρότερες απώλειες στο ΑΕΠ, μικρότερα ελλείμματα (δημοσιονομικό και εξωτερικό ) άρα και μικρότερη δημοσιονομική προσαρμογή, κτλ].
   Αυτό  που έχει μεγάλη σημασία και για την ελληνική περίπτωση, είναι ότι η έξοδος της Πορτογαλίας από το Πρόγραμμα είχε προετοιμαστεί κατάλληλα πολύ πριν την εκπνοή του προγράμματος. Βασικές προϋποθέσεις : Η ανάκαμψη της οικονομίας  ξεκίνησε το 4ο τρίμηνο του 2013, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε όλα τα τρίμηνα έκτοτε και μέχρι σήμερα. Είχε επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και η επαναφορά της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας (σε όρους κόστους παραγωγής). Με αυτές τις προϋποθέσεις η Πορτογαλία βγήκε από το Πρόγραμμα το Μάιο του 2014 έχοντας ήδη αποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την πρόσβασή της στις αγορές.
Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2012 κατάφερε να μετατρέψει ένα ομόλογο €3,76 δισ. που έληγε τον Σεπτέμβριο του 2013 (με απόδοση 3,1%) σε 3-ετές ομόλογο με λήξη τον Οκτώβριο του 2015 (με απόδοση 5,12%). Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια. Ακολούθως, τον Ιανουάριο του 2013, βγήκε στις χρηματοπιστωτικές  αγορές για πρώτη φορά, αυξάνοντας το ποσό κατά €2,5 δισ.  Προκειμένου να αναχρηματοδοτήσει ένα ομόλογο ύψους €6 δισ., που έληγε το 2017, με κόστος κάτω του 5%. Γενικότερα, το 2013, με δανεισμό €13,3 δισ., η Πορτογαλία κάλυψε τα 77% των χρεολυσίων και το 44% των χρηματοδοτικών αναγκών της, ενώ το 2014, με δανεισμό €13,4 δισ., κάλυψε το 100% των χρεολυσίων και το 49% των χρηματοδοτικών αναγκών. Σημειώνεται ότι ο δανεισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με 10ετή ομόλογα με επιτόκια ελαφρώς πάνω από 6% το 2013 και με μέσο επιτόκιο κάτω του 4% το 2014. Αυτό, όμως, το οποίο, εδραίωσε πέραν πάσης αμφισβήτησης, την εικόνα μιας δημοσιονομικά πειθαρχημένης Πορτογαλίας στην αγορά κεφαλαίων, και βοήθησε ταυτόχρονα στη δραστική μείωση του επιτοκίου δανεισμού το 2014, ήταν το γεγονός ότι η Πορτογαλία βγήκε από το Πρόγραμμα έχοντας αποθεματοποιήσει ρευστά διαθέσιμα συνολικού ύψους €15,6 δισ. Το αποθεματικό αυτό ήταν αρκετά υψηλό, ώστε να καλύψει το εναπομείναν δημοσιονομικό έλλειμμα του 2014 μετά το πέρας του Προγράμματος (Μάιος 2014), και ολόκληρο το προσδοκώμενο δημοσιονομικό έλλειμμα του 2015.
Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στην περίπτωση της Ιρλανδίας και κάτι ανάλογο θα πρέπει να συμβεί και στην περίπτωση της Ελλάδας. Αυτό  σημαίνει ότι , το πρωτογενές πλεόνασμα (πέραν του στόχου) που επιτεύχθηκε το 2016, και, ενδεχομένως, και τυχόν τα αντίστοιχα πλεονάσματα το 2017 και 2018, να οδηγηθούν σε αποθεματοποίηση . Αυτό είναι απαραίτητο σε μια προσπάθεια να κτισθούν αποθεματικά τα οποία θα διασφαλίσουν την πρόσβαση του ελληνικού δημοσίου στις αγορές σε σχετικώς ικανοποιητικά (βιώσιμα) επιτοκιακά επίπεδα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ανανέωση όλων των δανείων που λήγουν από εδώ και πέρα και, που ως επί το πλείστον βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των ευρωπαίων εταίρων, θα γίνεται σε επιτόκια αγοράς που κατά κανόνα θα είναι υψηλότερα. Συνεπώς, είναι εκ των ουκ άνευ η πρόσβαση στις αγορές να γίνεται με όσο το δυνατόν χαμηλότερα επιτόκια.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι  η απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 αναγνωρίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός σημαντικού αποθεματικού ρευστότητας ώστε να υποβοηθηθεί η έξοδος της χώρας στις αγορές. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η απόφαση επισημαίνει τη δέσμευση των Ευρωπαίων όπως μέρος των μελλοντικών εκταμιεύσεων του Προγράμματος να κατευθύνονται στη δημιουργία ενός αποθεματικού ρευστότητας ικανού να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και έτσι να διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές.

  • Ακόμη δεν έχουμε, στην περίπτωση της Ελλάδος , την οικονομία σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, τουλάχιστον για τρία τρίμηνα, ούτε έχουμε ικανά ρευστά αποθέματα για να εξασφαλίσουμε την αναχρηματοδότηση των αναγκών μας τουλάχιστον για το 2018. 
  • Μία έξοδος στις αγορές για την αναχρηματοδότηση του ομολόγου (Σαμαρά –Βενιζέλου) που λήγει το 2019 με τη βοήθεια των ελληνικών τραπεζών και του κοινού ταμείου της Τραπέζης της Ελλάδος δεν θα ήταν ότι το καλύτερο.
  • Δεν θα είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα δεδομένου ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές γνωρίζουν πολύ καλά τα συμβαίνοντα. Πιθανά θα εξυπηρετούσε εγχώριους εκλογικούς λόγους. Πάντως ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης Κλ. Ρέγκλινγκ, πολλές φορές έχει ομιλήσει για δοκιμαστική έξοδο προς το τέλος του χρόνου ή στις αρχές του επόμενου.
  • Βλέπουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να τηρηθούν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις που συνάδουν με τη λογική των χρηματοπιστωτικών αγορών. 
  • Δυστυχώς αυτές βαρούν τα νταούλια και εμείς χορεύουμε στο ρυθμό τους.  
=======================
15/07/2017 - 07:26
Το νέο σχέδιο - H Ελλάδα έχει αποδεχθεί ειδική πιστωτική γραμμή ECCL και έως 4 εκδόσεις μέχρι το 2018 - Το ΔΝΤ αποχωρεί
Η Γερμανία και ο ESM υποστηρίζουν και ορθά ότι επιτόκια δανεισμού 4,5% είναι εκτός πραγματικότητας, καθώς δεν συμβάλλουν στην βελτίωση του προφίλ του χρέους
Ένα ευρύτερο σχέδιο που αφορά την Ελλάδα της επόμενης ημέρας φαίνεται ότι έχει εκπονηθεί με την συγκατάβαση της Γερμανίας, του ESM και της ΕΚΤ, το οποίο σχέδιο περιλαμβάνει τις εξής παραμέτρους.
1) Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορεί να προβεί σε έως 4 εκδόσεις ομολόγων έως το καλοκαίρι του 2018.

2) Αρχές του 2018 οι δανειστές και ειδικά Γερμανία και ESM θα ξεκινήσουν την διαδικασία αποχώρησης του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα με στόχο το καλοκαίρι του 2018 το ΔΝΤ να αποπληρωθεί για τα δάνεια που έχει χορηγήσει στην Ελλάδα, τα οποία την τρέχουσα περίοδο ανέρχονται σε 12,75 δισεκ. ευρώ.
Το ΔΝΤ θα παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα υπό την μορφή της Συμφωνίας Επί της Αρχής που θα εγκριθεί τυπικά στις 20 Ιουλίου 2017.
Το ΔΝΤ στην έκθεση βιωσιμότητας DSA θα συνεχίζει να χαρακτηρίζει ως μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος, αλλά δεν είναι σαφές εάν θα παραμείνει ο χαρακτηρισμός εξαιρετικά... μη βιώσιμο.

3) Γερμανία και ESM αρχές του 2018 - ίσως και στο Eurogroup του Νοεμβρίου του 2017 - θα διαμορφώσουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα το πλαίσιο για την νέα ECCL γραμμή την νέα πιστωτική γραμμή.
Το νέο στοιχείο είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδεχθεί την νέα πιστωτική γραμμή αλλά με όρο ότι δεν θα την χρησιμοποιήσει ως πρόγραμμα στήριξης με μηχανισμό δόσεων και μνημόνιο μεταρρυθμίσεων αλλά ως ένα μηχανισμό εγγύησης εκδόσεων.
Η Γερμανία και ο ESM υποστηρίζουν και ορθά ότι επιτόκια δανεισμού 4,5% είναι εκτός πραγματικότητας, καθώς δεν συμβάλλουν στην βελτίωση του προφίλ του χρέους.
Η Ελλάδα θα ζητήσει ένα μηχανισμό εγγύησης εκδόσεων ομολόγων δηλαδή μια ECCL η οποία ωστόσο δεν θα έχει μηχανισμό δόσεων, θα έχει αξιολογήσεις αλλά οριστικά εκτός το ΔΝΤ και τα κεφάλαια του μηχανισμού αυτού θα είναι 27,5 - 30 δισεκ. - 10 δισεκ. η αποπληρωμή των δανείων του δηλαδή συνολικά 20-17,5 δισεκ.

Γιατί είναι απαραίτητη η ECCL πιστωτική γραμμή;

Η σύμβαση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) για την ECCL προβλέπει τα εξής. 
Πρωτίστως για να λάβει η Ελλάδα την ECCL θα πρέπει η ίδια να την ζητήσει. 
Η ECCL πιστωτική γραμμή είναι ένας προληπτικός μηχανισμός, μπορεί να χορηγηθεί σε χώρες που έχουν υγιείς οικονομικές συνθήκες και συμβάλλει στην διατήρηση της συνεχούς πρόσβασης στις αγορές. 
Η Ελλάδα χρειάζεται πιστωτική γραμμή ενισχυμένων όρων ECCL και όχι PCCL δηλαδή καθαρή πιστωτική γραμμή. 
Ο ESM, σε συνεργασία με την ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και όπου απαιτείται και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), εξετάζει εάν η χώρα πληροί μία σειρά κριτηρίων για να λάβει τη συγκεκριμένη μορφή στήριξης.
Να σημειωθεί ότι με βάση τους κανονισμούς του ESM για να χορηγηθεί μια ECCL θα πρέπει να διεξαχθεί έκθεση βιωσιμότητας για το ελληνικό χρέος και, προφανώς, στο σκέλος αυτό υπάρχει πρόβλημα. 
Παράλληλα, η ECCL γραμμή προϋποθέτει ιστορικό πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές υπό εύλογους όρους.
Πριν ζητήσει πιστωτική γραμμή η Ελλάδα θα πρέπει να έχει βγει στις αγορές. 
Το διοικητικό συμβούλιο του ESM εφόσον δώσει το «πράσινο φως» για την παροχή της ECCL, αναθέτει στην Κομισιόν και στην ΕΚΤ τη διαπραγμάτευση με την Ελλάδα για τους όρους που θα συνδεθούν με την πιστωτική γραμμή. 
Στη σύμβαση της ECCL αυτοί οι όροι περιγράφονται ως «MoU» και σε αυτό θα περιλαμβάνονται όλες οι λεπτομέρειες για την οικονομική πολιτική που θα εφαρμόσει η Ελλάδα, ποιες διαρθρωτικές παρεμβάσεις θα εφαρμόσει.
Μόλις εγκριθεί η «πιστωτική γραμμή με ενισχυμένους όρους», η Ελλάδα που την έχει ζητήσει θα βρεθεί υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας…ωστόσο η Ελλάδα θα έχει την δυνατότητα να την ενεργοποιήσει όποτε θέλει και εάν χρειαστεί. 
Να σημειωθεί ότι η Εποπτεία δεν συνδέεται με το εάν θα γίνει χρήση των διαθέσιμων κεφαλαίων. 
Σε πρώτη φάση η ECCL είναι διάρκειας 1 έτους, ενώ μπορεί να ανανεωθεί δύο φορές, για ένα εξάμηνο τη φορά (συνολικά άλλο ένα έτος) δηλαδή από το Καλοκαίρι του 2018 με 2020. 
Η ECCL γραμμή προϋποθέτει «τακτικούς ελέγχους» για να διαπιστώνεται η πρόοδο της Ελλάδος. 

Γιατί είναι απαραίτητη η ECCL πιστωτική γραμμή ενισχυμένων όρων; 

1) Η Ελλάδα για να μπορεί να βγαίνει στις αγορές με αξιώσεις και να αντλεί κεφάλαια χρειάζεται ένα μηχανισμό προστασίας των εκδόσεων, ένα μηχανισμό εγγύησης. 
Ενώ οι ECCL πιστωτικές γραμμές συνήθως καταλήγουν σε διαδικασία χορήγησης δόσεων η Ελλάδα να εξασφαλίσει ότι το capital buffer που θα διαθέτει η ECCL δεν θα χρησιμοποιηθεί για να καλύψει ανάγκες του προϋπολογισμού. 
Η Ελλάδα θα μπορεί να δανείζεται από τις αγορές οπότε δεν θα έχει ανάγκη τις δόσεις. 
Με μια στοχευμένη στρατηγική η Ελλάδα μπορεί να συνάψει ECCL γραμμή με τους δανειστές με ευνοϊκούς όρους εάν ξεκαθαρίσει έγκαιρα ότι δεν θα χρειαστεί άλλο δάνειο στήριξης και δόσεις αλλά μόνο ένα μηχανισμό εγγύησης των εκδόσεων ομολόγων στην πρωτογενή αγορά.
Η ECCL γραμμή θα είναι ένας μηχανισμός στήριξης των εκδόσεων ομολόγων της Ελλάδος και θα αποτελεί ένα θετικό νέο...για τις αγορές. 

Υπάρχουν και τραπεζικοί λόγοι που επιβάλλουν ECCL 

2) Όπως έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν όταν οι δανειστές ήθελαν να ασκήσουν πίεση στην Ελλάδα… έφερναν στο προσκήνιο τις ελληνικές τράπεζες. 
Ενόψει των stress tests του Ιουλίου 2018 είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα… είναι εύκολος στόχος. 
Οι τράπεζες θα χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης στην ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί την νέα πιστωτική γραμμή ECCL η οποία θα φέρει και κεφαλαιακό απόθεμα 27,5 δισεκ. που θα προέρχονται από το εναπομείναν κεφάλαιο του τρίτου μνημονίου 

3) Εάν η Ελλάδα δεν διαθέτει investment grade δηλαδή βαθμολογία που να θεωρείται επενδυτική βαθμίδα – η Ελλάδα θα αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα δηλαδή από ΒΒΒ- και υψηλότερα σε 3-4 χρόνια – και ταυτόχρονα δεν βρίσκεται σε πρόγραμμα στήριξης… η ΕΚΤ θα υποχρεωθεί να αποσύρει το waiver στα ελληνικά ομόλογα. 
Η επαναφορά του waiver κατέστησε επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα για πράξεις νομισματικής πολιτικής και ταυτόχρονα αύξησε τα collaterals δηλαδή τις εγγυήσεις. 
Η ΕΚΤ είναι δεδομένο ότι θα αποσύρει το waiver εάν η Ελλάδα δεν υπάρχει σχέδιο μετά τον Αύγουστο του 2018 να βρίσκεται σε ειδικό πρόγραμμα όπως η ECCL γραμμή. 

4) Η ΕΚΤ αλλάζει ριζικά το πλαίσιο χορήγησης του ELA και πλέον τίθενται χρονικά πλαίσια 6 μηνών και θα υπάρχει η δυνατότητα παράτασης άλλων 6 μηνών, αλλά εφόσον ενεργοποιηθεί η παράταση η μηνιαία μείωση πρέπει να είναι ραγδαία.
Η εξέλιξη αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν 40 δισεκ. ELA έκτακτη ρευστότητα η οποία φέρει επιτόκιο 1,55%. 
Εφόσον οι αποφάσεις ληφθούν Οκτώβριο του 2017 προφανώς θα έχουν διάστημα 6 μηνών για να αποπληρώσουν τα 40 δισεκ. που είναι η τρέχουσα έκθεση σε ELA ή με την παράταση των άλλων 6 μηνών σημαίνει μεγάλη μηνιαία μείωση. 
Το καθεστώς λοιπόν καθίσταται πολύ δυσμενέστερο για τις ελληνικές τράπεζες και έτσι εξηγείται γιατί υπάρχει πίεση για αποπληρωμή του ELA. 
Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει και τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις καθώς η πίεση που θα ασκηθεί θα καταστήσει τις ελληνικές τράπεζες υψηλότερου ρίσκου. 
Να τονιστεί ότι οι τράπεζες διαθέτουν:

Η Εθνική 5,6 δισεκ. ELA 

H Eurobank 11,6 δισεκ. 

Η Alpha bank 16,4 δισεκ. 

Η Πειραιώς 11 δισεκ. και 

Η Attica Bank 1,11 δισεκ. 

Πρακτικά το πλαίσιο χορήγησης και διακράτησης του ELA καθίσταται πολύ πιο αυστηρό οπότε οι ελληνικές τράπεζες θα υποστούν μεγάλη πίεση γιατί και οι καταθέσεις δεν αυξάνονται, ούτε είναι εύκολο σε σύντομο χρονικό διάστημα να αναπληρωθούν 40 δισεκ. με άλλες εκδόσεις ή κινήσεις στην αγορά.

5) Η πορεία διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων NPLs και μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων NPEs βρίσκονται ξανά στο μικροσκόπιο της ΕΚΤ και του SSM. 
Συγκεκριμένα η αξιολόγηση των ελληνικών τραπεζών θα πραγματοποιηθεί σε δύο φάσεις. 
Η πρώτη φάση τον Σεπτέμβριο του 2017 όπου θα αξιολογηθούν Εθνική και Alpha bank και τον Νοέμβριο του 2017 θα αξιολογηθούν Eurobank και Πειραιώς. 
Να σημειωθεί ότι:

-Η Πειραιώς διαθέτει 24,1 δισεκ. NPLs ή 37,8% και 35,5 δισεκ. NPEs ή 51,9% των δανείων.

-Η Alpha bank με NPLs 38,3% των δανείων ή 22,9 δισεκ. και NPEs στο 53,8% ή 32,3 δισεκ. 

-Η Eurobank με 22,6 δισεκ. NPEs ή 45% 

-Η Εθνική με 19 δισεκ. NPEs ή 44% 

-Η Attica bank με 2,42 δισεκ. NPEs ή 60,8% των δανείων. 

6) Είναι προφανές ότι η ΕΕ, η ΕΚΤ και ο SSM θα ζητήσουν ακόμη μεγαλύτερα κεφαλαιακά buffer – αποθέματα – ως δικλείδες ασφαλείας για τα προβληματικά δάνεια και προβληματικά ανοίγματα. 
Ήδη το Ecofin θα πάρει μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή, οπότε οι τράπεζες υποχρεούμενες να διαθέτουν μεγαλύτερα κεφαλαιακά αποθέματα θα έχουν μεγαλύτερο ρίσκο στους ισολογισμούς τους.

Το ΔΝΤ αποφασίζει για την Συμφωνία Επί της Αρχής και παρουσιάζει την έκθεση βιωσιμότητας 

Στις 20 Ιουλίου του 2017 – την άλλη Πέμπτη – συνεδριάζει το διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ ώστε να αποτιμήσει την έκθεση βιωσιμότητας DSA της Ελλάδος η οποία έχει ήδη υποβληθεί στο Ταμείο. 
Η έκθεση βιωσιμότητας αναφέρει ότι το ελληνικό χρέος παραμένει εξαιρετικά μη βιώσιμο ουσιαστικά διατηρείται η βασική στρατηγική θέση του ΔΝΤ ως προς το ελληνικό χρέος όπως είχε παρουσιαστεί τον Φεβρουάριο του 2017. 
Παρά τα μέτρα που ενέκρινε η Ευρωζώνη, το ΔΝΤ εκτιμά ότι μέχρι το 2060 το ελληνικό χρέος θα έχει εκτιναχθεί στο 275% του ΑΕΠ, με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας την ίδια περίοδο να απορροφούν το 62% του ΑΕΠ, γεγονός που τις καθιστά «εκρηκτικές». 
Στην ανάλυση βιωσιμότητας θα αναφέρεται ότι οι παρεμβάσεις για το χρέος δεν είναι συνεπείς με τη βιωσιμότητα.
Το ΔΝΤ θα επιμείνει για μεγαλύτερη ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, ώστε να διατηρηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας εντός του εύρους 15%-20% του ΑΕΠ.
Το ΔΝΤ θα επαναλάβει τις πάγιες προτάσεις του όπως επέκταση της περιόδου χάριτος και αναβολές καταβολής τόκων έως το 2040, επέκταση των ωριμάνσεων των ευρωπαϊκών δανείων έως το 2070 και τη μείωση των επιτοκίων των δανείων του EFSF και του ESM σε επίπεδα χαμηλότερα του 1,5% για περίοδο 30 ετών. 
Ως προς το ΑΕΠ είναι πιθανό να αναθεωρήσει το ΔΝΤ την προηγούμενη εκτίμηση του για 1% και να αυξήσει στο 1,4% το ΑΕΠ για το 2017 ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα το περιορίζει στο 1,5% του ΑΕΠ για το 2018 και μετά, αντί του 3,5% που προβλέπει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. 
Στο βασικό του σενάριο το ΔΝΤ εκτιμάει ότι το ελληνικό χρέος αναμένεται στο 170% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 και στο 164% του ΑΕΠ το 2022, ωστόσο στη συνέχεια θα αυξηθεί, φτάνοντας το 275% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.
Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα ξεπεράσουν το 15% του ΑΕΠ το 2024, θα φτάσουν το 33% του ΑΕΠ το 2040 και θα εκτοξευθούν στο 62% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

Οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να αυξήσουν τα capital buffer 

Οι ελληνικές τράπεζες για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και χωρίς ρίσκα στους ισολογισμούς τους το μεγάλο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα πρέπει να αυξήσουν τα capital buffer.
Αν και δεν είναι σαφές εάν θα προσδιορίζεται πόσο θα μπορούσαν να αυξηθούν τα capital buffer τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών ωστόσο ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι θα απαιτηθούν επιπλέον 5 δισεκ. 
Ήδη τα capital buffer στις ελληνικές τράπεζες ανέρχονται σε 5-6 δισεκ. οπότε με την νέα αύξηση θα ανέλθουν στα 10 με 11 δισεκ. ευρώ.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: