Ο «αντιεθνικισμός» σαν όχημα σοσιαλφασισμού

του Γιάννη Παπαμιχαήλ –

Όπως ο διάβολος, έτσι και ο φασισμός έχει πολλά ποδάρια. Ανάλογα την ιστορική συγκυρία, διαλέγει κάθε φορά με ποιο θα περπατήσει καλύτερα ανάμεσα στους πολιτικά αποπροσανατολισμένους και κοινωνιοοικονομικά εξαθλιωμένους μικροαστούς, έτσι ώστε να φαίνεται κοινωνικά δίκαιος, ιστορικά αναγκαίος, πολιτικά αναμενόμενος και λογικά ορθός. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

  • Το σημερινό “αυγό του φιδιού” έχει σπάσει προ πολλού και πολλά “φιδάκια” έχουν ήδη εκκολαφθεί. 
  • Κυκλοφορούν παντού γύρω μας, χωρίς καν να έχουν πάντα σαφή συνείδηση του ιστορικού και πολιτικού τους ρόλου. 
  • Σέρνονται κάτω από τα μάτια του δημοκρατικού πληθυσμού της χώρας και ασταμάτητα τον προκαλούν. Ίσως όμως σφάλλουν, υποτιμώντας, λόγω της μεγάλης σιγουριάς τους, την εσωτερική δομή του αντιστασιακού και αντικαθεστωτικού φρονήματος ενός πραγματικά αντικομφορμιστικού τμήματος του ελληνικού λαού. Είναι οι πολίτες, το νευρικό σύστημα των οποίων δεν έχει ακόμα παραλύσει από τις δηλητηριώδεις, νεοφασίζουσες, σοσιαλκοσμοπολίτικες επιθέσεις της τελευταίας εικοσαετίας.
Μαζί με τα παιδιά των πρώην αριστερών και των απογοητευμένων οπαδών του πράσινου ήλιου που ως “λαός στην εξουσία” έγιναν κάποια στιγμή καθεστώς, κόλλησαν “αριστεροφροσύνη” και τα εγγόνια ή τα δισέγγονα των υπερπατριωτών αμερικανόφιλων της δεκαετίας του ’50. Εκείνων που μετά τον εμφύλιο απαιτούσαν τον έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων του προδομένου και ηττημένου ελληνικού δημοκρατικού λαού.
Κάποιοι απόγονοι των στρατολογημένων σε διάφορες παρακρατικές οργανώσεις ακροδεξιών Γκοτζαμάνηδων, που αναλάμβαναν τρομοκρατικές ενέργειες σε βάρος της δημοκρατικής και πατριωτικής Aριστεράς, τώρα πια δηλώνουν αριστεροί και ιδίως αντιπατριώτες ή υποπατριώτες, Ευρωπαίοι, πολίτες του κόσμου και οπωσδήποτε αντιεθνικιστές. Πάντα, όμως, πολιτισμικά αμερικανόπνευστοι και ενίοτε αμερικανόφιλοι.

Οι υβριστές των πατριωτικών αντανακλαστικών

Και αυτό είναι φυσικό, γιατί τα ιδεολογικοπολιτικά πρόσημα έχουν από τότε αντιστραφεί ακόμα και στις ίδιες τις ΗΠΑ, ακολουθώντας κατά βήμα τις εξελίξεις και την καπιταλιστική διεθνοποίηση. Ως αφελείς ανεθνιστές νομίζουν ότι γίνονται διεθνιστές όταν αερολογούν ανιστόρητα υπέρ της «κατάργησης όλων των συνόρων», υιοθετώντας έτσι σχήματα γεωπολιτικής σκέψης της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού, του σωβινισμού και των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ως ριζοσπαστικοποιημένοι μικροαστοί βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι επαναλαμβάνοντας την εντελώς ακατανόητη γι’ αυτούς μαρξιστική ρήση «των προλεταρίων που δεν έχουν πατρίδα», αποκτούν αυτομάτως κάτι σαν «προλεταριακή ταξική συνείδηση». Όλοι μαζί καθυβρίζουν τα δημοκρατικά πατριωτικά αντανακλαστικά των Ελλήνων πολιτών. Όπως ακριβώς έκαναν οι πολιτικοί πρόγονοί τους ως σιωπηλή κοινωνική βάση όλων των καθεστώτων, ιδίως μετά τον εμφύλιο: της «επάρατης Δεξιάς», της Χούντας, αργότερα του «πράσινου σοσιαλιστικού ήλιου», τελικά, της σημερινής φιλοευρωπαϊκής και γερμανόδουλης Αριστεράς.
  • Καθυβρίζουν πλέον τους δημοκράτες πατριώτες όχι βέβαια ως «συνοδοιπόρους των κομμουνιστών», αλλά ως συνοδοιπόρους των «ακροδεξιών κύκλων». Τους αποκαλούν λαϊκιστές και ξεφτίλες. Και ίσως να έχουν κάποιο δίκιο, αφού, όπως και να το κάνουμε, ένας λαός πρέπει να είναι κάπως ξεφτίλας για να ανέχεται τόσο ειρηνικά όλη αυτή την πολιτική λουμπεναρία να του δίνει αφ’ υψηλού μαθήματα αριστεροφροσύνης και πολιτικού ήθους.

Οι πολιτικά ορθές «γοργόνες»

Σε τέτοιες όμως ανεκδιήγητες ιδεολογικοπολιτικές συνθήκες, σκέφτεται κανείς ότι ίσως ο Μεγαλέξανδρος θα ζει καλύτερα στις πλατείες των Σκοπίων. Εδώ, κουτσά στραβά, βολευόμαστε με την παρεούλα του μικρού Αλέξη και με τον κυρ-Αλέκο, τον εργολάβο του αριστερού εκσυγχρονισμού. Εκεί τουλάχιστον, οι Σλάβοι και οι Αλβανοί «απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου» μοιάζουν, έστω αλυτρωτικά, να τον εκτιμούν, ίσως ακριβώς επειδή «τον κόσμο κυριεύει».
Αντίθετα, η ημετέρα “αντιεθνικιστική” και προοδευτική κοινή γνώμη τον ταξινομεί εύκολα στην απεχθή κατηγορία των πολεμόχαρων ιμπεριαλιστών του εθνικιστικού μας παρελθόντος! Τι να τις κάνουμε, άλλωστε, τις εθνικίστριες γοργόνες του λαϊκού παραμυθιού, όταν δεν έχουμε πια στα καράβια τους πατριωτικώς ευαίσθητους Έλληνες ναύτες για να τους ρωτήσει αν «ο Μεγαλέξανδρος ζει;»… Εξάλλου, νέες πολιτικά ορθές “γοργόνες” συνωστίζονται πλέον στη βραχύχρονη μνήμη μας (λόγου χάρη οι κ.κ. Ρεπούση, Χριστοδουλοπούλου κλπ).
Η σημερινή Ρωμιοσύνη μοιάζει κάποτε να είναι πράγματι για κλάματα. Παρά τους μύθους, του Έλληνος ο τράχηλος εύκολα ή δύσκολα υποφέρει τον ζυγό των εκάστοτε επικυρίαρχων. Σε ορισμένες κρίσιμες ιστορικές συνθήκες, όμως, ένα είδος πολιτικού-πολιτισμικού λαϊκού “συντηρητισμού” μοιάζει, παρά τους συγκυριακούς ραγιαδισμούς, να οργανώνει τις υπόγειες διαδρομές των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων. Αντιστάσεων στις εξουσίες και στις άνωθεν ή έξωθεν επιβαλλόμενες πολιτικές ορθότητες.

Το αντιστασιακό πνεύμα των Ελλήνων

Από ιστορική άποψη, οι Έλληνες εκδηλώνουν μια συλλογική προδιάθεση αντίστασης των εκάστοτε τρόπων ζωής (πολιτισμικών συνηθειών, ηθών, εθίμων και παραδόσεων) στους προσηλυτισμούς, στους καθεστωτικά επιβαλλόμενους ριζοσπαστισμούς, στους κατά συνθήκη νεοτερισμούς, στις αυταρχικά εισαγόμενες καινοτομίες και στους εκ των άνω αποφασισμένους εκσυγχρονισμούς.
Αυτό ίσχυε λόγου χάρη κατά το διάστημα του χριστιανικού βυζαντινού πολιτικού καθεστώτος. Μέχρι τον 8ο-9ο αιώνα, η έννοια Έλληνας δεν προσδιόριζε τόσο την εθνική ταυτότητα των αυτοχθόνων πληθυσμών, όσο την πολιτισμική τους προσήλωση στις αρχαίες θεότητες. Ήταν δηλαδή μια θρησκευτικού τύπου βρισιά, ισοδύναμη με την ιδιότητα του ειδωλολάτρη.
Αποτελούσε έναν απαξιωτικό όρο που χρησιμοποιούσε το καθεστώς για να ισχυροποιήσει πολιτικά και ιδεολογικά τη θέση του και να υποτιμήσει πολιτισμικά τις αρχαίες κουλτούρες που θεωρούσε αντίπαλες του. Ίσχυε αργότερα, κατά το διάστημα της Τουρκοκρατίας, για τους εκχριστιανισμένους πλέον Ρωμιούς ραγιάδες, που με τη χριστιανική τους πίστη εκδήλωναν έμπρακτα τις αντιστάσεις στον εξισλαμισμό τους.
Με άλλους όρους, το ίδιο ισχύει, ίσως, και σήμερα.
Το διαπιστώνουμε κάποτε και υπό τη μορφή μαζικών συλλαλητηρίων για τη διαφύλαξη έστω του ονόματος κάποιας “πατρίδας” που ο ελληνικός πληθυσμός δεν επιθυμεί να μοιραστεί με τους γείτονες.
Πιο γενικά, το βλέπουμε στις πολύμορφες λαϊκές αντιστάσεις στο πνεύμα του εθνομηδενισμού που εκπορεύεται με προπαγανδιστικό ζήλο και θρησκευτικό φανατισμό από ένα αντισυνεκτικό ιδεώδες της υπό παγκοσμιοποίηση κοινωνίας.
  • Ο εθνομηδενισμός μετασχηματίζεται σε υπερολοκληρωτική πολιτική θρησκεία. Κατά προέκταση, σε μια φιλελεύθερη ιδεολογία του δικαίου, στο όνομα των νομικών «δικαιωμάτων του ανθρώπου» ως μεμονωμένου φυσικού ατόμου. Δικαιωμάτων συχνά εικονικών, που προφανώς τα άτομα δεν μπορούν στην πραγματικότητα να διεκδικήσουν παρά με τρόπο συλλογικό.
-------------------------
  • Οι χρήσιμοι ηλίθιοι του «προλεταριακού ανεθνισμού»

  • Οι εγχώριοι ιεροεξεταστές πολιτικών φρονημάτων

    Πού βρέθηκαν τόσοι Έλληνες να χλευάζουν την έννοια της πατρίδας, να απαξιώνουν κάθε τι που εμφανίζεται ελληνικό, να καταδικάζουν κάθε πολιτική που υπερασπίζεται εδάφη και κυριαρχίες της χώρας και να περηφανεύονται ότι είναι αντιεθνικιστές; Μα, στα ελληνικά πανεπιστήμια, στα απομεινάρια μιας εμμονικής αριστεράς και, κυρίως, στα κονδύλια αμερικανικών και ευρωπαϊκών ιδρυμάτων, που μετά το ’80 χρηματοδότησαν ανθρώπους σε χώρες όπου η έννοια πατρίδα ήταν φρένο στην παγκοσμιοποίηση.
    Επειδή η παγκοσμιοποίηση είναι το αύριο του καπιταλιστικού συστήματος. Και ο μόνος που μπορεί να καθυστερήσει το χτίσιμό του είναι τα σύνορα. Οι πατρίδες. Αν δεν υπήρχαν πατρίδες δεν θα υπήρχαν και σύνορα.
    Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι ο αριστερός διεθνισμός ταυτίζεται στο στόχο αυτό με τον καπιταλισμό! Όχι πατρίδες, όχι σύνορα. Όπως άλλωστε ταυτίζονται και στο μείζον: Ότι ο άνθρωπος είναι οικονομικό ζώο και ότι όλα τα της ζωής του εξαρτώνται από την οικονομία. Και ταυτίζονται και στο ότι ευημερία σημαίνει οικονομική ευημερία. Πού διαφέρουν; Στη διαχείριση αυτής της ιδεολογίας του homo economicus. Όχι στην ιδεολογία! Ο Μαρξ διαφωνούσε με τη διαχείριση που κάνει ο καπιταλισμός στο κεφάλαιο. Όχι με το κεφάλαιο αυτό καθεαυτό σαν αξία.
    Σ' αυτή την ταύτιση με τον μαρξισμό έπαιξε πολλά από τα λεφτά της η κεφαλαιοκρατική κλίκα που εξουσιάζει τον κόσμο εδώ και δεκαετίες. Έφτιαξε ιδρύματα δήθεν σύσφιξης της σχέσης των λαών και ιδρύματα συμφιλίωσης, όχι για να ειρηνέψει τους λαούς και να αμβλύνει τις εντάσεις ανάμεσα σε χώρες. Αλλά, για να σβήσει ιστορικές μνήμες, να μειώσει τα πατριωτικά αισθήματα των λαών, στην ανάγκη να τα εξαλείψει, και να μπορέσει έτσι να σπείρει πιο εύκολα τους αγωγούς, τα μαζικά προϊόντα, την κατανάλωση, τα κέρδη.
    Και πώς θα το έκανε ευκολότερα αυτό από το να αλλάξει την παιδεία λαών- και του ελληνικού- με όχημα και πρόθυμους χρήσιμους ηλίθιους όσους εχθρεύονταν την έννοια της πατρίδας. Αυτοί ήταν τα έμμισθα ή άμισθα οχήματα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Αυτοί είναι και σήμερα.
    Το έκανε αυτό η Πέμπτη φάλαγγα του επεκτατικού καπιταλισμού και για να μπορεί να επεμβαίνει χωρίς αντίσταση όπου θέλει. Μια Γιουγκοσλαβία δεν ήταν καλό παράδειγμα. Ήταν όμως καλή άσκηση. Γιατί έπεσαν εκατομμύρια από ιδρύματα και λέσχες εξουσίας σε ΜΜΕ και σχολεία και σε κυβερνήσεις και σε κόμματα και σε πρόσωπα (και στην Ελλάδα) για να λοιδορηθεί ο Σερβικός πατριωτισμός και να μετονομαστεί σε εθνικισμό.
    Η Συρία και η Λιβύη είναι τρανταχτά παραδείγματα λαών που δεν αντιστάθηκαν καθόλου στην ξένη εισβολή, ενώ αντίθετα χωρίστηκαν σε οργανώσεις χρυσοπληρωμένες από τους εισβολείς, για να κάνουν τη δουλειά των ξένων κεφαλαιούχων και να σκοτώνονται μεταξύ τους. Αν είχαν μέσα τους την έννοια της πατρίδας τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για τους ξένους.
    Όπως είναι πολύ δύσκολα με τους Κούρδους και τους Παλαιστίνιους. Επειδή και οι δύο υπερασπίζονται σθεναρά μια πατρίδα. Αλλά, και με τους Κουβανούς. Για τους οποίους τα σύνθημα ήταν αυτό που εμφυσούσε ο- Αργεντίνος παρ όλα αυτά- Τσε Γκεβάρα: Patria o muerte. Πατρίδα ή θάνατος!
    Επειδή, κι αυτό δεν το ξέρει η αριστερίστικη αρρώστια, η αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι πατριωτική. Για να σέβεται όλες τις πατρίδες.
    Όσοι έχουν μια ηλικία θα θυμούνται ότι μέχρι την εισβολή και το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας οι αντιπατριωτικές κορώνες και η αντιπατριωτική κουλτούρα ήταν περιορισμένη στην Ελλάδα. Περιοριζόταν σε ελάχιστες αριστερίστικες οργανώσεις και σε ένα μέρος από τους οπαδούς του ΚΚΕ. Ένα μέρος, γιατί ο Φλωράκης δεν υπήρξε ποτέ αντιπατριώτης.
    Ο Φλωράκης, όπως και πολλοί κομμουνιστές και αριστεροί μη μαρξιστές και αναρχικοί, ήξεραν από τη θεωρία και την πράξη, αυτό που τόνισε χτες και ο Μίκης. Ότι δεν μπορείς να αγαπάς τις πατρίδες των άλλων αν δεν αγαπάς τη δική σου. Δεν μπορείς να σέβεσαι κανέναν αν δεν σέβεσαι πρώτα τον εαυτό σου. Ο αληθινός διεθνισμός είναι πατριωτικός.
    Από το ’90 και μετά, λοιπόν, τα ξένα κονδύλια πλήθυναν, όπως και οι καθηγητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, τα βιβλία, τα συγγράμματα, αλλά και οι «πρόθυμοι» δημοσιογράφοι στις εφημερίδες. Και μαζί τους πλήθυναν και εκείνοι που μεθοδικά άρχισαν να διαστρέφουν τις έννοιες και να διδάσκουν κάθε τι πατριωτικό σαν εθνικιστικό! Ανεμπόδιστοι και από ένα κοσμοπολιτικό σοσιαλδημοκρατικό κεντρικό κράτος, που είχε πάρει διαζύγιο από το πατριωτικό σοσιαλδημοκρατικό του Ανδρέα και του λεγόμενου πατριωτικού ΠΑΣΟΚ.
    Ο Τσακαλώτος και ο Βαφειάδης έγιναν, από σύμβολα που έδωσαν τα χέρια για εθνική συμφιλίωση, καρικατούρες. Και σήμερα λοιδορούνται από άκαπνα παιδάκια και από αιματοβαμμένα κυβερνητικά μυαλά που ονειρεύονται τον εμφύλιο αντί να ντρέπονται γι αυτόν! Θλιβερά αμετανόητα απομεινάρια μιας ελληνικής τραγωδίας.
    Η έννοια του πατριωτισμού σχεδόν εξαφανίστηκε και από τα σχολεία, που χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν ακόμα συλλήβδιν κάθε τι που αφορά σε πατρίδα ως εθνικιστικό και ακροδεξιό. Στα πανεπιστήμια, η διαστροφή αυτή και η απαξίωση της έννοιας της πατρίδας έχει ήδη παγιωθεί ως κυρίαρχη θέση. Μ' αυτήν μορφώνονται οι δυο νέες γενιές!
    Αλλά, και οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 35 χρόνων ποια πατρίδα υπηρέτησαν για να περηφανεύονται γι αυτήν οι σημερινοί 15χρονοι και 30χρονοι; Τι έκαναν για την πατρίδα τα κόμματα, πέρα από το να την καταντήσουν κλωτσοσκούφι των ξένων και τους Έλληνες υποχείρια; Σε ποιες ακριβώς αξίες πατρίδας να πιστέψουν οι νέοι, που έχουν ζήσει μέσα στα σπίτια τους την απαξίωση κάθε ιδανικού και την αποθέωση μιας στείρας κατανάλωσης και μιας ακόμα πιο στείρας αντικοινωνικής αγωπάθειας;
    Και σχεδόν κανείς πια δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει τον πατριωτισμό, που αγαπάει την πατρίδα του σεβόμενος και όλες τις άλλες πατρίδες, από τον εθνικισμό που πιστεύει ότι η δική του πατρίδα είναι καλύτερη από τις άλλες. Τον πατριωτισμό που δεν επιβουλεύεται κανέναν αλλά είναι έτοιμος να υπερασπιστεί την πατρίδα του, από τον εθνικισμό που επιβουλεύεται άλλους και είναι έτοιμος να πολεμήσει εναντίον τους γι' αυτό.
    Και καθώς η έννοια της πατρίδας λοιδορείται από την ίδια την κυβέρνηση, από αριστερίστικα γκρουπούσκουλα και από έμμισθους ή απλώς φανατικούς καθηγητάδες και διανοούμενους και πολιτικούς, σπρώχνονται όσοι αγαπάνε τα χώματά τους στην αγκαλιά εκείνων που είναι πραγματικά εθνικιστές και πολεμοκάπηλοι. Στην ακροδεξιά.
    Το ειρωνικό είναι ότι αυτοί οι ίδιοι δεν χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους εθνικιστές όταν υπερασπίζονται αυτούς που πολεμάνε για την πατρίδα τους έξω από την Ελλάδα! Τους Κούρδους, τους Ιρλανδούς, τους Βάσκους, τους Παλαιστίνιους, τους Αφγανούς για παράδειγμα! Ούτε φυσικά και κανέναν άλλον που τους υπερασπίζεται. Ώστε να ορθώνεται το εύλογο ερώτημα: Τελικά μισούν τον εθνικισμό ή απλώς μισούν την Ελλάδα;
    Για όσο η ελληνική αριστερά δεν καταλαβαίνει ότι είναι ο χρήσιμος ηλίθιος ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, που δεν θέλει πατριωτισμούς, και ενός γεωπολιτικού συστήματος που θέλει όλα τα Βαλκάνια «εις την Δύσιν» για να μην αποτελούν πια χώρο επιρροής της Ρωσίας, στα σχολεία τα παιδιά θα διδάσκονται ότι το υψηλότερο αγαθό είναι να υπερασπίζεσαι τον πλούτο σου. Κι όχι το χώμα που παράγει τον πλούτο σου.
    Ένα βράδυ, παλιότερα, μιλώντας με έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες βιομήχανους για την ελληνική γλώσσα, μου είπε: «Τι σημασία έχει σε ποια γλώσσα μιλάς. Σημασία έχει να σε καταλαβαίνουν».
    Για να καταλάβει ο καθένας ποιανού τα συμφέροντα εξυπηρετεί ο αντιπατριωτισμός.
    Γ. Παπαδόπουλος - Τετράδης

Σχόλια